(…)
Από την Επανάσταση του 1821, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Μικρασιατική Καταστροφή, στον Ισπανικό Εμφύλιο, στη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Ελλάδα, στη μετανάστευση και τους αγώνες της δεκαετίας του ’50 και του ’60, στη Χούντα και το Πολυτεχνείο, στην καπιταλιστική κρίση της πρώτης δεκαετίας του 2000, μέχρι τους σύγχρονους πολέμους, τις γενοκτονίες και τα νέα προσφυγικά ρεύματα.
Ιστορίες που επιχειρούν να φωτίσουν την Ιστορία όχι μέσα από τους ισχυρούς, αλλά μέσα από εκείνους που συνήθως μένουν αθέατοι.
Ιστορίες που έχουν ένα κοινό νήμα: τον πόλεμο. Όχι μόνο τον πόλεμο με τα όπλα - αυτόν που γίνεται για τα κέρδη των μεγάλων, για τον έλεγχο ενεργειακών πηγών και δρόμων εμπορευμάτων - αλλά και τον καθημερινό πόλεμο των «πάνω» απέναντι στους «κάτω». Οικονομικό, ψυχολογικό, αδυσώπητο.
Και αυτό έχει μεγάλη αξία σήμερα. Γιατί μέσα σε αυτό το «πολεμικό» ταξίδι ο Χρήστος επιλέγει να κρατήσει το πιο ουσιαστικό του στοιχείο: η επιλογή να δοθεί φωνή στους «αφανείς». Σε ανθρώπους που το όνομα τους δεν γράφτηκε στα επίσημα βιβλία της Ιστορίας, αλλά σήκωσαν το βάρος της.
Έτσι γνωριζόμαστε με τον Πραματευτή που «δε δούλεψε ποτές του τυράννου», το λοχία Πιερ Μπομόντ που ήθελε «να ήταν πουλί να πέταγε για να γλυτώσει την κόλαση του πολέμου», το γερό Μανούσο που «δε μίλησε ποτέ για το τι έγινε στη Μικρασία», το Μάνθο και το Τζόναθαν του Ισπανικού Εμφυλίου, τον Παντελή που πήρε την απόφαση να φύγει «όπως πρέπει και όταν πρέπει», το Γέρο Κώτση που ήθελε «να χορτάσουν τα μάτια του ελάτια και κατόπιν να τον κάψουν», μία συντροφιά των Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας που θυμάται έναν αγώνα που έγινε 27 χρόνια πριν τα Ημιτελικά του Παναθηναικός- Έβερτον, την υπάλληλο ενός σούπερ μάρκετ και το μεγάλο της γιο «που δουλεύει αλλά μέχρι την επόμενη απεργία», τον Καρίμ που κατάλαβε πως «οι δολοφόνοι της μάνας του ήταν πολλοί και όχι μόνο ο στρατιώτης» που τράβηξε τη σκανδάλη, το δεκαεπτάχρονο Άντελ που «βούτηξε στα Θεοφάνια» αλλά όχι για να πιάσει το σταυρό.
Αυτά και άλλα είναι τα «αγριοπούλια» του τίτλου. Όχι μια ποιητική εικόνα. Είναι οι άνθρωποι εκείνοι που, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές, επιμένουν να «πετούν» με τον καιρό να είναι κόντρα. Να αντιστέκονται με στάση ζωής. Να σώζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο σύγχρονο πόλεμο.
Δε σας μιλήσω για το Βερντέν του τίτλου, αυτό το απόλυτο σύμβολο της βιομηχανοποιημένης σφαγής, άλλωστε δικαιούται ο κάθε αναγνώστης να έχει γνώμη για το αγαπημένο του μυθιστόρημα από τα 11 του βιβλίου.
(…)
Θα σας μιλήσω για κάτι που ο συγγραφέας επιλέγει να αναδείξει όποιο διήγημα και αν διαβάσετε: τις μικρές, σχεδόν αόρατες πράξεις αντίστασης. Γιατί σε έναν κόσμο όπου οι πόλεμοι, η προσφυγιά και η κοινωνική αδικία παραμένουν παρόντα, μας καλεί να αναρωτηθούμε: Ποιοι είναι σήμερα τα «αγριοπούλια»; Ποιοι είναι εκείνοι που αντιστέκονται;
Και — ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα — ποια είναι η δική μας θέση; Γιατί οι «αφανείς» ήρωες δεν είναι οι ίδιοι σε όλες τις εποχές. Καθορίζονται από τον χαρακτήρα της κάθε περιόδου, από τις ανάγκες και τις συγκρούσεις της.
Αφανείς ήταν οι 200 εκτελεσμένοι της Καισαριανής, που στάθηκαν απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα χωρίς να λυγίσουν. Για χρόνια δεν είχαν πρόσωπο αλλά έγιναν τραγούδια, ταινίες, θρύλος, σύμβολο ηρωισμού. Και επειδή ήταν τέτοιοι ανατρίχιασε όλος ο ελληνικός λαός τώρα που πήραν μορφή και όψη μετά την αποκάλυψη των συγκλονιστικών φωτογραφιών. Και ο λαός μας κατάλαβε ότι του μοιάζουν, αναγνώρισε σε αυτά τα πρόσωπα κάτι από τον εαυτό του.
Αφανείς είναι όλοι εκείνοι που, γνωστοί και άγνωστοι, κράτησαν και κρατούν ζωντανή την αξιοπρέπεια μέσα στην Ιστορία. Είναι οι άνθρωποι που, χωρίς να αναγνωριστούν, επιλέγουν να σταθούν όρθιοι. Ξανακάνω λοιπόν το ίδιο ερώτημα. Ποιοι είναι οι αφανείς ήρωες σήμερα αν όχι, σε μεγάλο βαθμό, όλοι εμείς;
(…)
Κλείνοντας, και αν μου επιτρέπετε μια προτροπή: προμηθευτείτε το και διαβάστε το. Γιατί, για να δανειστώ κάτι από το περιεχόμενο του βιβλίου, το έργο του Χρήστου είναι «η κοφτερή του ματιά μπορεί να διακρίνει τους ανθρώπους με ελεύθερα φτερουγίσματα». Ευχαριστώ πολύ.